καρᾱνόω


καρᾱνόω
καρᾱνόω, zum Gipfel führen, vollenden, ausführen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • καρανώσει — καρᾱνώσει , καρανόω achieve aor subj act 3rd sg (epic) καρᾱνώσει , καρανόω achieve fut ind mid 2nd sg καρᾱνώσει , καρανόω achieve fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαρανῶ — διακαρᾱνῶ , διά καρανόω achieve pres subj act 1st sg διακαρᾱνῶ , διά καρανόω achieve pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρανοῦ — καρᾱνοῦ , καρανόω achieve pres imperat mp 2nd sg καρᾱνοῦ , καρανόω achieve imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic) καρανώ goat fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρανῶ — καρᾱνῶ , καρανόω achieve pres subj act 1st sg καρᾱνῶ , καρανόω achieve pres ind act 1st sg καρανώ goat fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) καρανώ goat fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καράνου — καρά̱νου , κάρανον neut gen sg καρά̱νου , κάρανος a chief masc gen sg καρά̱νου , κάρηνον head neut gen sg (doric) καρά̱νου , καρανόω achieve pres imperat act 2nd sg καρά̱νου , καρανόω achieve imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καράνων — καρά̱νων , κάρανον neut gen pl καρά̱νων , κάρανος a chief masc gen pl καρά̱νων , κάρηνον head neut gen pl (doric) καρά̱νων , καρανόω achieve imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) καρά̱νων , καρανόω achieve imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεκαρανώσατε — διεκαρᾱνώσατε , διά καρανόω achieve aor ind act 2nd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρανοῦται — καρᾱνοῦται , καρανόω achieve pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρανούσθω — καρᾱνούσθω , καρανόω achieve pres imperat mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρανῶσαι — καρᾱνῶσαι , καρανόω achieve aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.